Εγκατάσταση-Κλάδεμα-Λίπανση

Γονική Κατηγορία: Τεχνικές

Αγρονομικές τεχνικές


Η αναθεώρηση των κριτηρίων προσανατολισμού και διαχείρισης μπορεί να δρομολογηθεί μέσα από τη γνώση και την εμπειρία που δια­θέτουμε σήμερα. Οι αγρονομικές τεχνικές, η εκμηχάνιση για τη συ­γκράτηση των δαπανών συλλογής και κλαδέματος και οι μετασυλλε­κτικές επεμβάσεις μπορούν να λύ­σουν τα προβλήματα που συνδέο­νται με τη διαχείριση και τις αποδό­σεις.



Η εντατικοποίηση και η εξειδί­κευση της σύγχρονης ελαιοκαλ­λιέργειας στην ανανέωση τουλάχι­στον ενός μέρους των ελαιώνων και οι βελτιωμένες τεχνικές του το­μέα οδηγούν σε αναθεώρηση των κριτηρίων προσανατολισμού και διαχείρισης των ελαιώνων. Είναι ω­στόσο χρήσιμο να επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε ορισμένα θέ­ματα, όπως πυκνότητα φύτευσης, σχήμα κλαδέματος, λίπανση καλ­λιέργειας και συστηματοποίηση του εδάφους. Αποτελεί συγκεκρι­μένη επιλογή, αφού πλέον με αυτά τα βασικά θέματα, για ποικίλους λόγους (περιβαλλοντικούς, κοινω­νικοοικονομικούς και προσδοκίες που βασίζονται σε πειραματικές δοκιμές) έχουν χαλαρώσει οι δε­σμοί και οι σχέσεις που αφορούν τις πρακτικές απαιτήσεις της παρα­γωγής και συχνά το ενδιαφέρον και τις διάφορες τεχνικές και κανόνες. Ετσι λοιπόν περνούν σε δεύτερη μοίρα τα προβλήματα που συνδέο­νται με τη διαχείριση ή την απόδο­ση μια καλλιέργειας, τοπικά συ­γκεκριμένης, όπου οι διαθέσιμες ποσότητες νερού και η γονιμότητα του εδάφους είναι δεδομένη και χαρακτηρίζεται από ελάχιστα επι­λεγμένες ποικιλίες και σχεδόν καθορισμένες για κάθε περιοχή ξε­χωριστά, εξαρτώμενες, σε ότι αφο­ρά την αποδοτικότητα από τις ε­φαρμοζόμενες τεχνικές.

Νέοι ελαιώνες

Για να εγκαταστήσουμε ένα νέο ελαιώνα θα πρέπει να λάβουμε υ­πόψη ορισμένους παράγοντες:

- Η εκμηχάνιση των καλλιερ­γητικών φροντίδων, συμπε­ριλαμβανομένων της συλλο­γής και του κλαδέματος, ε­πιβάλλει ορισμένες επιλο­γές διαχείρισης, επηρεάζει το σχήμα και τη μορφή του ελαιώνα και την πυκνότητα φύτευσης και διαμορφώνει αυστηρούς κανόνες ανά­πτυξης του ελαιώνα, σε πε­ρίπτωση που η κλίση είναι μεγάλη.

- Οι ποικιλίες επηρεάζουν: την εισαγωγή στην παραγω­γική διαδικασία του νεοσύ­στατου ελαιώνα, την αποδο­τικότητα, την αντοχή στους κλιματικούς και γενικότερα παράγοντες περιβάλλοντος ή και στα παράσιτα και κατά κάποιο τρόπο τη βλαστική α­νάπτυξη του φυτού. Όλες ωστόσο δίνουν φυτά αρκετά υψηλά εκτός από κάποιες μάνες ποικιλίες που προορί­ζονται ως καλλωπιστικές και οι οποίες βρίσκονται μόνο σε πειραματικό στάδιο έτσι ώστε να διαπιστωθεί η συ­μπεριφορά τους γενικά με στόχο τη συγκράτηση και τον περιορισμό της βλαστι­κής ανάπτυξης.

- Ο ελαιοκαλλιεργητής στο κάτω-κάτω επιθυμεί να πα­ράγει προϊόν, οπότε πέρα α­πό το σχήμα, τη μορφή και τη γενικότερη παρουσίαση του φυτού θα πρέπει να εξα­σφαλίσει και ορισμένα χα­ρακτηριστικά στους καρ­πούς (αντοχή στη μεταφο­ρά, στους χειρισμούς και στη διατήρηση) και στο τελι­κό προϊόν (λάδι-βρώσιμη ε­λιά), ειδικά οργανοληπτικά και φυσικοχημικά χαρακτη­ριστικά. Ετσι καθορίζονται τα όρια μέσα στα οποία θα πρέπει να κινούμαστε και τα οποία δεν θα πρέπει να πα­ραβιάζονται σε καμιά περί­πτωση, εφαρμόζοντας και τις αποκτηθείσες εμπειρίες και τα σημερινά δεδομένα, χωρίς ασφαλώς να επηρεά­ζεται η αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε άλλης επέμ­βασης.

Πυκνότητα φύτευσης

Εδώ και χρόνια υπάρχει η τάση αύξησης του αριθμού των φυτών α­νά στρέμμα, λόγω των αναμφισβή­τητων πλεονεκτημάτων στην εκτέ­λεση των εργασιών αλλά και λόγω της αύξησης της παραγωγής που μεταφράζεται σε ταχύτερη είσοδο στην παραγωγική διαδικασία, σε μεγαλύτερες ποσότητες προϊό­ντος, από τα πρώτα στάδια της α­πόδοσης του ελαιώνα, όταν άλλω­στε όλες οι προκαταρκτικές εργα­σίες βελτιώνουν τη γονιμότητα του εδάφους. Ωστόσο με τις σημερινές ποικιλίες, υπάρχουν όρια σε ότι α­φορά τον αριθμό των φυτών τα ο­ποία μπορούν να χρησιμοποιη­θούν, εκμεταλλευόμενοι τα μέγιστα αποτελέσματα. Τα όρια αυτά επη­ρεάζονται πρώτα απ' όλα από το γενετικό υλικό του φυτού και από τις εδαφοκλιματικές συνθήκες (βροχοπτώσεις, διαθέσιμο νερό, γονιμότητα εδάφους). Στη φρουτο­καλλιέργεια, οι απόψεις σε ότι αφο­ρά την "πυκνότητα φύτευσης" (α­ριθμός φυτών/στρέμμα) και την "πυκνότητα εγκατάστασης" (επιφά­νεια εδάφους που πραγματικά α­ντιστοιχεί για κάθε φυτό) είναι γνω­στές εδώ και χρόνια και χρησιμο­ποιούνται στο σχεδιασμό και υλο­ποιούνται κατά την εγκατάσταση με τη χρήση ποικιλιών γνωστής ευρω­στίας (βλάστησης).

Στην ελαιοκαλλιέργεια εάν ξε­περάσουμε τα προκαθορισμένα ό­ρια που μας επιτρέπει η ευρωστία των φυτών, μπορεί να αυξήσουμε τις αποδόσεις στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης, αλλά γρήγορα θα βρεθούμε μπροστά στο δίλημμα αραίωσης των φυτών ή σε δραστι­κό κλάδεμα του υπέργειου τμήμα­τος για να διατηρήσουμε τις επιθυ­μητές συνθήκες στον ελαιώνα. H πιο συμφέρουσα επιλογή θα εξαρ­τηθεί από τη διαφορά μεταξύ των πλεονεκτημάτων απόδοσης, τα ο­ποία ασφαλώς θα έχουμε τα πρώ­τα χρόνια της παραγωγικής διαδι­κασίας και των μεγαλύτερων δαπα­νών εγκατάστασης διαχείρισης και των πιθανών διορθωτικών επεμβά­σεων. Διάφορες δοκιμές που έγι­ναν σε περιοχές με τα ίδια εδαφο­κλιματικά δεδομένα και τις ίδιες ποικιλίες απέδειξαν ότι, αριθμός φυτών μεγαλύτερος από 40/στρέμ­μα, επιβάλλει τη συνολική ανανέω­ση του υπέργειου τμήματος μετά από 9-10 χρόνια.

Πέρα από το όριο που επιβάλλει το σχήμα (η ευρωστία του φυτού), το οποίο προς το παρόν αντιμετω­πίζεται με όσα είπαμε πιο πάνω, η επιλογή του αριθμού εξαρτάται και από την εφαρμογή διαφόρων α­γρονομικών τεχνικών, όπως π.χ. το σύστημα συλλογής. Εάν επιθυμού­με τη χρήση μεγάλων μηχανημά­των όπως δονητές ή άλλα μεγάλα μηχανήματα με χτένια με σπαστό μεγάλο βραχίονα, θα πρέπει να προετοιμάσουμε φυτά με ταυτό­χρονη ωρίμαση που να αντέχουν στις δονήσεις.

Αφού άλλωστε το κόστος συλ­λογής αποτελεί μια σταθερά που α­ναφέρεται σε κάθε φυτό ξεχωρι­στά, oταv περάσουμε από τα 20 στα 40 φυτά/στρέμμα σημαίνει ότι θα αυξηθεί σημαντικά το κόστος συλλογής. Για να υπολογίσουμε την άριστη πυκνότητα σε ένα λιο­στάσι πλήρως εκμηχανισμένο μπο­ρούμε να προχωρήσουμε μέσα α­πό τεχνικούς ή εμπειρικούς υπολο­γισμούς, για να φθάσουμε σε πα­ρόμοια αποτελέσματα.

Το πρώτο βήμα συνίσταται στο να προσδιορίσουμε τον "άριστο ό­γκο" του υπέργειου τμήματος (φυλλώματος) που αναλογεί στο στρέμμα. Με μια μέση πυκνότητα κάλυψης γύρω στο 60% της επιφά­νειας και μια πυκνότητα βλάστησης (πραγματική επιφάνεια φυλλώμα­τος στην καλυπτόμενη επιφάνεια του εδάφους) γύρω στο 3, ο υπο­λογιζόμενος όγκος του φυλλώμα­τος σε ένα καλό ελαιώνα κυμαίνε­ται γύρω στα 1800 m3/στρέμμα. Αυ­τός ο όγκος επιμεριζόμενος στα 20-30 φυτά αναλογεί σε φύλλωμα 60-90 m3, τα οποία συμβιβάζονται τέλεια με την εκμηχάνιση της συλ­λογής και σε αποστάσεις φύτευσης που ξεκινάνε από 6x8m και κατε­βαίνουν στα 6x5m, όρια μέσα στα οποία παρέχονται άριστες συνθή­κες λίπανσης, διαθέσιμου νερού και κλίματος. Εμπειρικά από το 1961 διαπιστώθηκε μέσα από πο­λύχρονες παρατηρήσεις σε ότι α­φορά τη συμπεριφορά των νεαρών ελαιόδενδρων ότι η τετράγωνη φύ­τευση 7x7m έδωσε τα καλύτερα α­ποτελέσματα ακόμη και σε μη αρ­δευόμενους ελαιώνες.

Κλάδεμα - Εποχή κλαδέματος

Πολλοί ελαιώνες στο παρελθόν φυτεύονταν σε περιθωριακά εδάφη άγονα, επικλινή και βραχώδη με την προσμονή και την απαίτηση πολλές φορές τα φυτά να εκφρά­σουν στο maximum τις παραγωγι­κές τους δυνατότητες. Σε συνδυα­σμό με αυτό το αρνητικό σημείο εκ­κίνησης, θα πρέπει να σημειώσου­με και τις φροντίδες που παρέχο­νταν, οι οποίες πολλές φορές δεν ήταν οι καλύτερες για μια ελαιο­καλλιέργεια που θέλει να λέγεται συστηματική, με σχήμα ανάπτυξης παραδοσιακό (φυτά μεγάλου σχή­ματος) που καθιστά δαπανηρή τη συλλογή, με ξηρικές καλλιέργειες και πολλές φορές χωρίς λίπανση, με ανεπαρκή φυτοπροστασία, και κυρίως, με ανορθόδοξα κλαδέμα­τα, γεγονός που οδήγησε σε μια μη ανταγωνιστική ελαιοκαλλιέργεια.

Στην περίπτωση του κλαδέμα­τος διαμόρφωσης - οποιοδήποτε και αν είναι το σχήμα που έχουμε προαποφασίσει - αλλά και σε εκείνο της παραγωγής, οι επεμβάσεις θα πρέπει να πραγματοποιούνται όταν τα φυτά εισέρχονται στη βλαστική περίοδο (νωρίς την άνοιξη) δηλαδή όταν στη μασχάλη των φύλλων αρ­χίζουν να ξεχωρίζουν οι πρώτοι σχηματισμοί των οφθαλμών, πάντα μετά το χειμώνα, αρχές της άνοι­ξης. Θα λέγαμε ότι απαγορεύεται κατά τρόπο απόλυτο, το κλάδεμα αμέσως μετά τη συλλογή ή ακόμη χειρότερο όπως συμβαίνει σε πολ­λές περιπτώσεις σε αιωνόβια φυτά, ταυτόχρονα με τη συλλογή. Κλα­δεύονται τα φυτά ή μάλλον κόβο­νται για να πραγματοποιηθεί η συλ­λογή. Αυτό αποτελεί το άκρον άω­τον της θυσίας που υφίσταται αυτό το ευλογημένο φυτό, πράξεις που σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να ανέχονται αλλά ούτε και να δι­καιολογούνται. Εάν οι δαπάνες εί­ναι μεγάλες δεν θα πρέπει να τα "βάζουμε" με τα φυτά τα οποία εί­ναι ζωντανοί οργανισμοί όπως και εμείς.

Όποιος δεν καταφέρει να φέρει στα ίσα τους υπολογισμούς, ας έ­χει το κουράγιο και τη δύναμη να α­ναδιαρθρώσει την καλλιέργειά του, σύμφωνα με τον ορθολογισμό που επιβάλλει η σύγχρονη τεχνική καλ­λιέργειας. Οι λόγοι που συστήνουν τη διενέργεια του κλαδέματος στις αρχές της βλαστικής περιόδου εί­ναι ποικίλοι:

1. Το φυτό μετά το χρόνο πα­ραγωγής μοιάζει με τον άν­θρωπό που έχει δουλέψει ολόκληρη την ημέρα: εάν στο τέλος της ημέρας τον χτυπήσεις θα καταρρεύσει και την άλλη ημέρα δεν θα είναι σε θέση να εργαστεί. Συνεπώς για τα φυτά το στάδιο επανέναρξης της βλάστησης συμπίπτει με την πλέον ενδεδειγμένη στιγμή, δηλαδή τέλος χει­μώνα - αρχές άνοιξης.

2. Το φυτό που έχει κατανα­λώσει όλα τα αποθέματα ε­νέργειας για την παραγωγή που μας έδωσε, χρειάζεται να "ανασυνταχθεί" και να προετοιμαστεί για τη δια­φοροποίηση των ανθοφό­ρων οφθαλμών για τη χρο­νιά που έρχεται και όχι μό­νο, αλλά και για τους νέους βλαστούς, οι οποίοι θα φέ­ρουν την παραγωγή του ε­πόμενου έτους. Επιπλέον, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δύσκολη χειμερινή περί­οδο και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να καταναλώσει μέ­ρος των αποθησαυρισμέ­νων ουσιών. Εφαρμόζοντας ένα κλάδεμα πριν την ώρα του, σημαίνει μείωση αυτού του φορτίου ενέργειας, θέ­τοντας σε κίνδυνο το φυτό σε ότι αφορά την αντοχή του στο κρύο και, συνεπώς και την παραγωγή της χρο­νιάς που ακολουθεί.

3. Οι τομές (τραύματα) συχνά μεγάλες, που γίνονται από ανθρώπους πολλές φορές μη ειδικούς (και χωρίς διάθεση να κατηγορήσουμε τους παραγωγούς, οι οποί­οι αναθέτουν το κόψιμο σε "εισαγόμενους"), δύσκολα αποκαθίστανται στη διάρ­κεια του χειμώνα, όταν η διαδικασία επεξεργασίας των χυμών μειώνεται, ανοί­γοντας έτσι το δρόμο σε παρασιτικές ασθένειες.

Απ' όσα αναφέρθηκαν στα τρία προηγούμενα σημεία προκύπτει ό­τι είναι σημαντικό να εφαρμόζονται και στις άλλες καρποφόρες καλ­λιέργειες, συνεπώς φθάνει να πα­ρακολουθούμε κάθε φυτό από τα αρχικά του βλαστικά στάδια και να προσδιορίζουμε την κατάλληλη και σωστή εποχή για να προβούμε στην επέμβαση κλαδέματος. Στη συνέχεια σύμφωνα με τον αριθμό των φυτών που θα πρέπει να κλα­δευτούν, μπορούμε να διαμορφώ­σουμε ένα ημερολόγιο, με ένα εύ­ρος ημερών, το οποίο θα ξεκινάει στην αρχή της βλαστικής περιόδου του φυτού. Οι λόγοι που αναφέρα­με, εάν δεν λαμβάνονται υπόψη, ό­πως άλλωστε συμβαίνει στην ελλη­νική ελαιοκομία, οδηγούν σε απο­τυχίες, τις οποίες παρατηρούμε πολύ συχνά, όπως είναι η παρε­νιαυτοφορία, η περιορισμένη πα­ραγωγή λαδιού, οι διάφορες ασθέ­νειες που προσβάλλουν το φυτό, δημιουργώντας περαιτέρω προ­βλήματα, τα οποία έρχονται να προστεθούν στα ήδη γνωστά χρο­νίζοντα και εμφανιζόμενα σχεδόν κάθε χρόνο.

Σχήμα κλαδέματος

Η επιλογή του σχήματος του φυτού (κλάδεμα διαμόρφωσης) α­ποτελεί πιθανόν ένα "ψευτοδίλημ­μα" αφού η επιλογή του εξαρτάται άμεσα από τον τύπο της γεωργικής εκμετάλλευσης, από το βαθμό ανά­πτυξης, από τον τρόπο διαχείρισης και ιδίως από το σύστημα συλλο­γής που θέλει να εφαρμόσει. Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή του είναι η είσοδος στην παραγωγική διαδικασία όπου ορι­σμένα σχήματα φαίνεται ότι την ε­πηρεάζουν (θαμνώδες). Αποτε­λούν ωστόσο πλεονεκτήματα ήσ­σονος σημασίας και ενίοτε προ­βαλλόμενα υπερβολικά από ορι­σμένους συγγραφείς. Συχνά κά­νουμε το λάθος να αποδίδουμε στο κλάδεμα διαμόρφωσης μία οποια­δήποτε επιτυχία που αντίθετα οφείλεται στην πιστή εφαρμογή των ά­ριστων τεχνικών εφαρμογών. Υ­πάρχουν πειραματικές εργασίες που κατανέμουν τα παραγωγικά α­ποτελέσματα που επιτυγχάνονται τα πρώτα χρόνια του ελαιώνα με διαφορετικό κλάδεμα διαμόρφω­σης, αλλά δεν υπάρχουν συγκριτι­κά στοιχεία γιατί αυτοί οι προβλη­ματισμοί άρχισαν να μας απασχο­λούν μετά το 1985. Οι ελαιώνες ε­πομένως είναι νέοι και μόνο μετά από μια δεκαετία θα μπορέσουμε να αξιολογήσουμε τα οικονομικά στοιχεία.

Ωστόσο πρόσφατα δεδομένα α­ποδεικνύουν ότι διαφορετικά σχή­ματα κλαδέματος σε όμοιες συνθή­κες δεν μπορούν να επηρεάσουν την παραγωγή που ενδεχομένως δέχεται μια μικρή αλληλεπίδραση από το κλάδεμα και την ποικιλία, ό­πως άλλωστε συμβαίνει και στα άλ­λα οπωροφόρα. Θέλο­ντας να δημιουργήσουμε κατάλλη­λους ελαιώνες για μια ελαιοσυλλο­γή με το χέρι ή συνοδευόμενη με ε­λαιοραβδιστικά η επιλογή μας θα πρέπει να στρέφεται σε απλά και περιορισμένα σχήματα με τη βλά­στηση να κρέμεται και να μην απέ­χει πολύ από το έδαφος.

Για τη μηχανοσυλλογή με βαριά μηχανήματα (δονητές), το όργανο συλλογής είναι εκείνο που θα καθορίσει το σχήμα του φυτού και, που στην περίπτωση του δονητή, το δένδρο θα πρέπει να διαθέτει κορμό τέτοιο με βραχίονες, που θα τους αγκαλιάζει το μηχάνημα, σε έ­να ύψος γύρω στα 110-120cm από το έδαφος.

Η διαμόρφωση της βλάστησης, τυπική για κάθε ποικιλία, επηρεάζε­ται ελάχιστα από το κλάδεμα, συνε­πώς, ξεκινώντας από την προϋπό­θεση του σχηματισμού του βασικού άξονα (κορμού), θα πρέπει να το δούμε πλέον οικονομικά και να προχωρήσουμε στη διαμόρφωση ενός απλού σκελετού (βραχίονες), αφήνοντας ελεύθερη τη βλάστηση και περιορίζοντας τις επεμβάσεις κλαδέματος, διαμόρφωσης και καρποφορίας. Με φυτά που ο ό­γκος φυλλώματος δεν ξεπερνά τα 100 m3, πολλές ποικιλίες μπορούν να ενταχθούν στη μηχανοσυλλογή χωρίς ιδιαίτερες επεμβάσεις. Εδώ άλλωστε θα πρέπει να αναφέρουμε ότι σε ορισμένες περιοχές η συλ­λογή συνδυάζεται με το κλάδεμα αλληλοβοηθούνται, συνεπώς η διαμόρφωση του σχήματος γίνεται έτσι και αλλιώς.

0ι μεγαλόσχημες ποικιλίες (λια­νολιά Κερκύρας, θρουμττολιές) βρίσκονται εγκαταστημένες σε δυ­σπρόσιτες περιοχές, οπότε (και λό­γω του τουρισμού που απομα­κρύνει τον κόσμο από την αγροτιά) έχουν εγκαταλειφθεί και η συλλο­γή, αν θα γίνει, γίνεται με ελαιόδι­κτα, αφού ο καρπός πέσει μόνος του. Ωστόσο η εγκατάσταση ενός νέου ελαιώνα θα πρέπει να λαμβά­νει υπόψη τα παραπάνω και σύμ­φωνα με τον προσανατολισμό της συλλογής να επιλέγεται το σχήμα. Καθοριστικό παραμένει το γεγονός ότι όταν πρόκειται για μηχανοσυλ­λογή με ελαιοραβδιστικά, ή βαριά μηχανήματα, το σχήμα θα πρέπει να είναι απλό και συγκρατημένο. Στη διάρκεια του χειμώνα είναι α­παραίτητη η απομάκρυνση κά­ποιων πλάγιων βραχιόνων και το κόψιμο της κορυφής μιας και μπο­ρεί να δημιουργήσουν προβλήμα­τα. Ετσι το σχήμα σε κύπελλο βοη­θάει τα μέγιστα στη μηχανοσυλλο­γή.

Κλάδεμα διαμόρφωσης

Οποιοδήποτε σχήμα και αν επι­θυμούμε να δώσουμε στο φυτό, θα πρέπει να το καρατομήσουμε στο ύψος των 60-70 cm, από την επιφά­νεια του εδάφους (αυτές οι συστά­σεις δεν είναι απόλυτες, αλλά μπο­ρούν να κυμαίνονται πάνω κάτω με κάποια εκατοστά, εάν θέλουμε να διαμορφώσουμε έναν κορμό με βραχίονες οι οποίοι θα δώσουν τη σωστή κόμη στο φυτό). Σ' αυτή την πρώτη τομή που διενεργούμε στα ήδη εγκατεστημένα, στην οριστική τους θέση φυτά, θα πρέπει να είμα­στε ιδιαίτερα προσεκτικοί, κυρίως εάν τύχει να υπάρχει κάποιος ο­φθαλμός, όπου, σ' αυτή την περί­πτωση, θα χρειαστεί η τομή να γίνει, όσο γίνεται, πιο μακριά προς τα πά­νω, προχωρώντας προς την κορυ­φή. Ωστόσο, χρειάζεται να σημειώ­σουμε ότι αφήνονται ανέπαφα τα φυτά στα οποία πρόκειται να δώ­σουμε μονοκωνικό σχήμα, δηλαδή τον τύπο "κυπαρίσσι", τα οποία ό­μως θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι θα μας δημιουργήσουν πρόβλη­μα στη συλλογή (η συλλογή σ' αυτά τα φυτά θα πρέπει να γίνεται με με­γάλα μηχανήματα που να φθάνουν το ύψος τους ή με δονητές).

Η εκμηχάνιση της συλλογής προσφέρει οικονομικά πλεονεκτή­ματα, μεγάλης σημασίας, που α­σφαλώς επηρεάζουν αρνητικά την απόδοση αλλά κυρίως την ποιότητα (αγουρέλαιο, πικρό). Συνεπώς επι­διώκοντας το οικονομικό αποτέλε­σμα μπορούμε να το πετύχουμε κα­ταφεύγοντας σ' άλλα συστήματα καλλιέργειας και όχι μόνο να επιχει­ρούμε τη μείωση των δαπανών μέ­σα από τη συλλογή, αλλά και τις δα­πάνες που αφορούν άλλες παρα­μέτρους, που παίρνουν μέρος στις ποικίλες και πολλές επεμβάσεις που απαιτεί η καλλιέργεια στη διάρ­κεια του έτους. Οπως όλες οι δεν­δρώδεις καλλιέργειες, έτσι και η ε­λιά υπόκειται στους δύο τύπους κλαδέματος και συγκεκριμένα: δια­μόρφωσης και παραγωγής.

Είναι σαφές ότι μέχρις ότου το φυτό προσλάβει το τελικό του σχή­μα, θα εφαρμόζεται το κλάδεμα διαμόρφωσης. Αυτό έχει σαν βασι­κή προϋπόθεση, τη μείωση όσο γί­νεται περισσότερο, των τομών, α­ποφεύγοντας την εξαγωγή, σχεδόν καθόλου, βραχιόνων και κλάδων, αφήνοντας να σχηματίσουν και να διαμορφώσουν το φυτό οι ξυλοφό­ροι βλαστοί από μόνοι τους, οι ο­ποίοι αναγνωρίζονται εύκολα, από τον τρόπο έκπτυξής τους στον κορ­μό, οι πρώτοι (βραχίονες), και στους βραχίονες οι δεύτεροι (κλά­δοι), η βάση των οποίων είναι κωνι­κού σχήματος. Στη φάση της δια­μόρφωσης του σχήματος του φυ­τού οι κλάδοι με κυλινδρικό σχήμα έκπτυξης ή σχεδόν επίπεδο αποκό­πτονται, εάν είναι δυνατόν μέσα στην άνοιξη, όταν το μήκος τους φθάνει τα 15-20 cm, εξοικονομώ­ντας έτσι τις θρεπτικές ουσίες που αυτοί θα απορροφήσουν στη διάρ­κεια του έτους και που σ' αυτή την περίπτωση θα οδηγηθούν στους ξυλοφόρους βλαστούς που θα σχηματίσουν το σκελετό του φυτού.

Σχήμα διαμόρφωσης σε βάζο

Ενα κανονικό βάζο, συνίσταται από τον κορμό, το ύψος του οποί­ου θα πρέπει να είναι περιορισμένο στα όρια που προαναφέραμε, 60 - ­70cm περίπου από την επιφάνεια του εδάφους. Από τρεις βασικούς βραχίονες, που επιλέγονται από τους ξυλοφόρους βλαστούς όπως είπαμε πιο πάνω, διατεταγμένοι, σύμφώνα με την τομή του κορμού, έτσι ώστε να εκπτύσσονται από τις κορυφές ενός ισοσκελούς τριγώ­νου, κατά μήκος του κάθετου άξο­να του φυτού και οι οποίοι να απέ­χουν 8-10 cm ο ένας από τον άλλο. Όλα όσα είπαμε αποκλείουν το σχηματισμό σημείων εύκολης απο­κόλλησης, αυτό που συμβαίνει ό­ταν οι βραχίονες βρίσκονται σχε­δόν στο ίδιο ύψος έκπτυξης και υ­ποβάλλονται στην απαιτούμενη κλί­ση, αλλά και όταν αργότερα υπό το

βάρος της κόμης και των καρπών υφίστανται την πίεση ισχυρών ανέ­μων. Στους τρεις βραχίονες οι ο­ποίοι θα πρέπει να διαθέτουν μια κλίση, σε σχέση με τον κάθετο άξο­να του φυτού, 45-56°, θα διαμορ­φωθούν τρεις δευτερεύοντες βρα­χίονες (σε κάθε βασικό), που θα διευθετηθούν πάνω σ' αυτούς, υπό ελικοειδή μορφή (σπιράλ) και έτσι ώστε, σε κάθε βασικό βραχίονα να αναλογούν τρεις δευτερεύοντες και ο καθένας απ' αυτούς να κατα­λαμβάνει το συγκεκριμένο, δικό του χώρο, όταν ολοκληρωθεί το τε­λικό σχήμα του φυτού. Αυτοί οι δευτερεύοντες θα βρίσκονται σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο θα βρίσκονται οι πρώτοι τρεις δευτερεύοντες, σε α­πόσταση 60-70 cm από το σταυρό των βασικών βραχιόνων και οι τρεις κατά τη φορά των δεικτών του ω­ρολογίού. Αυτή την πρώτη διάταξη των δευτερευόντων βραχιόνων, α­κολουθεί ο δεύτερος σταυρός, που θα απέχει από τον πρώτο 70 cm περίπου, με αντίθετη φορά των βραχιόνων σε σχέση με τους πρώ­τους. Τέλος, ακολουθεί ο τρίτος σταυρός που θα απέχει από το δεύτερο 70 cm και με αντίθετη φο­ρά από τον προηγούμενο. Μέσα απ' αυτούς προβάλλει και υπερα­κοντίζεται ο πρώτος βασικός βρα­χίονας.

Στο σχήμα διαμόρφωσης τύπου "βάζο" για το σχηματισμό των δευ­τερευόντων βραχιόνων, ανάμεσα σε τόσους κλάδους που εκπτύσσο­νται πάνω στους βασικούς, καλά θα είναι να επιλέγονται οι πιο ρωμαλέ­οι με τον πιο κατάλληλο τρόπο, σύμφωνα και με τα χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να διαθέτουν, απο­μακρύνοντας στη συνέχεια τους υ­πόλοιπους που υποτίθεται ότι είναι άχρηστοι, χωρίς ποτέ να αποκό­πτουμε την κορυφή των βασικών βραχιόνων. Η ίδια διαδικασία θα α­κολουθηθεί και για τους τρεις σταυρούς στη συνέχεια, χωρίς να "κορυφολογούνται" οι προηγούμε­νοι και έτσι θα φθάσουμε να δια­μορφώσουμε το τελικό σχήμα, πε­ριορίζοντας αρκετά την αντιπαρα­γωγική περίοδο.

Ενα σχήμα σε βάζο, στην τελική του μορφή, θα διαθέτει τρεις βασι­κούς (αρχικούς) και εννέα δευτε­ρεύοντες βραχίονες. Κάθε βασικός βραχίονας με τους τρεις σχετικούς δευτερεύοντες, εάν το δούμε σαν ένα ενιαίο σύνολο, διαμορφώνει έ­να κωνικό σχήμα με τη βάση προς τον κορμό και την κορυφή σε σχή­μα τόξου, πάνω από τον τρίτο δευ­τερεύοντα, να προβάλλει στο χώ­ρο. Κάθε δευτερεύοντας εάν τον δούμε στο δικό του βασικό, εάν έ­χει αναπτυχθεί κανονικά θα προ­σλάβει και αυτός το κωνικό σχήμα με τη βάση επί του βασικού και την κορυφή στο χώρο, όπως οι βασι­κοί. Σε κάθε δευτερεύοντα θα υ­πάρξει μια έκπτυξη παραγωγικών βλαστών, οι οποίοι θα ανανεώνο­νται από χρόνο σε χρόνο, αντικαθι­στώντας δηλαδή εκείνους που καρ­ποφόρησαν με εκείνους που ανα­πτύχθηκαν μέσα στο χρόνο, προ­σέχοντας να αφήνουμε πιο πυκνή τη βάση και να αλαφρώνουμε όλο και περισσότερο, περιορίζοντας τον αριθμό των κλάδων, όσο προ­χωράμε προς την κορυφή του βρα­χίονα. Όλοι οι κλάδοι οποιοδήποτε προορισμό και να έχουν, θα πρέπει να έχουν άνεση και κατάλληλο φως. Οι προσπάθειες θα πρέπει να κατατείνουν στο σχηματισμό πλού­σιας κόμης, δηλαδή όσο γίνεται με­γαλύτερο αριθμό φύλλων, γιατί αυ­τά θα δώσουν τα θετικά αποτελέ­σματα στην ποιότητα και την ποσό­τητα του λαδιού.

Για να προχωρήσουμε στο κλά­δεμα της παραγωγής, το οποίο θα πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο αν θέλουμε να περιορίσουμε το φαι­νόμενο της παρενιαυτοφορίας, θα πρέπει να λαμβάνεται πάντα υπό­ψη το σχήμα του φυτού, ο χώρος που καταλαμβάνει, και όταν αυτό τείνει να ξεφύγει και να υπερβεί τα όρια, να προβούμε στις τομές επα­ναφοράς, για τις οποίες θα μιλή­σουμε όταν αναφερθούμε στο κλά­δεμα παραγωγής (καρποφορίας).

Σχήμα διαμόρφωσης σε παλμέτα

Ανάμεσα, στα σχήματα διαμόρ­φωσης, εδώ και είκοσι χρόνια, έ­χουν διαμορφωθεί πολλοί ελαιώ­νες σε σχήμα παλμέτας, όπως συμβαίνει και με άλλα καρποφόρα και τα αποτελέσματα είναι περισ­σότερο από θετικά και στην ελιά. Σ' αυτούς τους ελαιώνες που πρόκει­ται να εγκαταστήσουμε, κάθε φορά θα πρέπει, από τη στιγμή που τα φυτά θα τοποθετηθούν στην οριστι­κή τους θέση, να ακολουθήσουμε τα κριτήρια εκείνα που ακολουθή­σαμε και στην περιγραφή του σχή­ματος σε βάζο.

Συνεπώς στη φάση της καρατό­μησης επιλέγεται η θέση των ο­φθαλμών που θα παράγουν τους τρεις βραχίονες. Εκείνος που βρί­σκεται στο ανώτερο σημείο θα σχη­ματίσει τον κεντρικό άξονα και οι άλλοι δύο πιο κάτω τους βασικούς βραχίονες. Εάν τα φυτάρια που θα εγκαταστήσουμε διαθέτουν ήδη πρόωρους βραχίονες, με την τυπι­κή έκπτυξη σε σχήμα κώνου, θα πρέπει να αποφύγουμε να χρησι­μοποιήσουμε τους οφθαλμούς, που αναφέραμε πιο πάνω: θα πρέ­πει να λάβουμε μόνο υπόψη ότι o πρώτος κλάδος που θα προορίζε­ται για κεντρικός άξονας, δηλαδή η προέκταση του κορμού, μπορεί να επιλέγεται σε οποιαδήποτε θέση α­κτίνας του κορμού, ενώ οι δύο που προορίζονται για το σχηματισμό του πρώτου σταυρού δεν θα πρέ­πει να βρεθούν ποτέ στο επίπεδο που θα σχηματίσει τη σειρά, πάνω στην οποία θα αναπτυχθεί η πλευ­ρά της παλμέτας. Αυτή μας η πρά­ξη θα μας δώσει τη δυνατότητα να αποφύγουμε την απογύμνωση των κλάδων, όταν αυτοί θα πρέπει να πάρουν την κλίση των 45-50° σε σχέση με τον άξονα. Η ίδια σκέψη ι­σχύει όταν ο σταυρός δημιουργη­θεί από οφθαλμούς, λόγω του ότι δεν υπήρξαν πρόωροι βραχίονες. Εάν κατά τη διαμόρφωση της παλ­μέτας, εκτός από τους βραχίονες που χρησιμοποιήσαμε για το σχη­ματισμό του σταυρού, κάτω απ' αυ­τούς, υπάρχουν κλαδίσκοι με κυ­λινδρική έκπτυξη (ανθοφόροι) και πάντα με το σκεπτικό ότι αυτοί δεν βρίσκονται τοποθετημένοι στα ίδια αγγεία μεταφοράς χυμών που θα τροφοδοτούν εκείνους που εμείς ε­πιλέξαμε προηγουμένως για την κατασκευή του σκελετού του φυ­τού, μπορούμε να τους λυγίσουμε προς το έδαφος και να τους αφή­σουμε σαν κλάδους βοηθητικούς, γιατί μολονότι δεν θα δώσουν καρ­πούς, οι χυμοί που θα παράγονται από τη φωτοσύνθεση των φύλλων τους θα επιταχύνουν την ανάπτυξη του φυτού και συνεπώς την κατα­σκευή του σκελετού.

Η παλμέτα κατά αυτό τον τρόπο διαμορφωμένη, θα συνίσταται από τον πρώτο χρόνο της μεταφύτευ­σης του φυτού, από τρεις κλάδους: ο πρώτος κάθετος, ο κεντρικός ά­ξονας, οι άλλόι δύο, με την κλίση των 45-50° σε σχέση με τον πρώτο, ο ένας δεξιά και ο άλλος αριστερά, θα βρεθούν στο επίπεδο διαμόρ­φωσης και μαζί με τον κεντρικό ά­ξονα θα δημιουργήσουν μια κάθετη πλευρά. Η κλίση των δύο κλάδων που σχηματίζουν, τον πρώτο σταυ­ρό θα δοθεί όταν και οι τρεις θα έ­χουν την κατάλληλη και ισόρροπη ανάπτυξη μεταξύ τους. Στην περί­πτωση που δεν θα πληρούνται αυ­τές οι προϋποθέσεις, θα δοθεί η κανονική κλίση στον πιο ζωηρό κλάδο, έως ότου υπάρξει η επιθυ­μητή ισορροπία. Η παλμέτα που προέρχεται μετά από μια τέτοια προεργασία, σ' αυτή τη φάση θα σχηματιστεί: από τον κορμό, που θα έχει ένα ύψος 60-70 cm από την επιφάνεια του εδάφους, από τον κάθετο κεντρικό άξονα που θα α­ποτελεί την προέκταση του κορμού και από τους δύο αρχικούς βραχίο­νες που θα απέχουν 8-10 cm, ο έ­νας από τον άλλο. Η παλμέτα θα διαμορφωθεί από τον πρώτο σταυ­ρό που είπαμε με επεμβάσεις κλα­δέματος στην περίοδο της άνοιξης που θα στοχεύουν στη συγκράτηση της διακλάδωσης του κεντρικού ά­ξονα και των βασικών βραχιόνων, αφήνοντας ελεύθερες τις βλαστι­κές κορυφές έτσι ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να επιμηκυνθούν. Για να επέμβουμε στον κεντρικό ά­ξονα, θα πρέπει να έχουμε προνο­ήσει την ύπαρξη (εάν υπάρχουν) σε απόσταση 70-80 cm, δύο κλάδων που να εκφύονται κωνικά πάνω στον άξονα, τους οποίους θα χρη­σιμοποιήσουμε σαν βραχίονες του δεύτερου σταυρού και σαν βασι­κούς βραχίονες, χωρίς να κόψουμε ποτέ την κορυφή του κεντρικού ά­ξονα, αλλά να παρακολουθήσουμε τις διάφορες φάσεις ανάπτυξης, α­πομακρύνοντας ταυτόχρονα όλους τους περιττούς κλάδους, που μπο­ρούν να ανταγωνιστούν τους βρα­χίονες του δεύτερου σταυρού. Κα­λά θα είναι για να δώσουμε τη δυ­νατότητα ανάπτυξης των βασικών βραχιόνων του δεύτερου σταυρού, να επιλέξουμε τους κλάδους σε διαφορετικές θέσεις από εκείνες του προηγούμενου σταυρού, έτσι ώστε να τρέφονται από άλλα αγγεί­α που δεν αφορούν την τροφοδό­τηση των πρώτων.

Αυτό το σύστημα θα πρέπει να συνεχιστεί μέχρι τη διαμόρφωση ο­λόκληρου του σχήματος του φυ­τού, δηλαδή την ανάπτυξη του σκε­λετού που στην τελευταία φάση θα πρέπει να βρίσκεται με τον κορμό, τον κεντρικό άξονα και τρεις σταυ­ρούς, με τους βασικούς βραχίονες στον κεντρικό άξονα και πάνω σ' αυτούς μια σειρά δευτερευόντων βραχιόνων πολύ κοντά τον ένα στον άλλο, 30-40cm. Εδώ πάνω σ' αυτούς τους κλάδους θα αναπτυ­χθούν οι καρποφόροι βλαστοί που θα ανανεώνονται κάθε χρόνο, αντι­καθιστώντας τους διετείς βλαστούς που έχουν ήδη παράγει, με εκεί­νους που σχηματίζονται στην ίδια χρονιά, για τους οποίους θα ανα­φερθούμε εκτενέστερα στο κλάδε­μα παραγωγής της παλμέτας και οι οποίοι θα δώσουν καρπό στην αρ­χή του δεύτερου έτους, δηλαδή ό­ταν θα έχουν κλείσει το χρόνο.

Οταν πλέον ολοκληρωθεί το σχήμα (ο σκελετός της παλμέτας), αυτή θα συνεχίσει την ανάπτυξή της μέχρις ότου να καταλάβει όλο τον καθορισμένο χώρο για κάθε φυτό, χωρίς να αποκόψουμε ποτέ την κορυφή, ούτε τον κεντρικό άξονα, ούτε τους έξι (6) βασικούς βρα­χίονες. Θα προσέχουμε μόνο να συγκρατούμε την ανάπτυξη των κορυφών έτσι ώστε το φυτό να μην χάνει ποτέ το σχήμα του και να μην βγαίνει εκτός ορίων. Ετσι το φυτό θα μοιάζει σαν ένας ρόμβος, κάθε βασικός βραχίονας σαν ένας κώ­νος με τη βάση στον κεντρικό άξο­να και την κορυφή να προβάλλεται στο χώρο. Οταν το φυτό λόγω της συνεχούς ανάπτυξης, θα ξεφύγει από τα προκαθορισμένα όρια και πάντα την εποχή που πρέπει να διενεργείται το κλάδεμα παραγω­γής, μπορεί να συμμαζευτεί με "κλάδεμα επαναφοράς", αφήνο­ντας πάντα αναλλοίωτο το σχήμα που έχουμε διαμορφώσει.

Οταν πλέον θα έχει ολοκληρω­θεί το σχήμα, συγκρίνοντας τη μά­ζα του σκελετού της παλμέτας με εκείνη του βάζου, αυτή θα είναι μι­κρότερη. Όντως το βάζο διαθέτει έναν κορμό, τρεις βασικούς βραχί­ονες και έξι δευτερεύοντες. Η παλμέτα διαθέτει έναν κορμό, έξι βασι­κούς και πολλούς δευτερεύοντες με ελλιπή ανάπτυξη ξυλωδών βλα­στών, οι οποίοι ανανεώνονται με το κλάδεμα παραγωγής, συνεπώς υ­πάρχει μια εξοικονόμηση χυμών α­πό εκείνους που τροφοδοτούν την ξυλώδη μάζα της παλμέτας σε σχέση με εκείνη του βάζου που α­πορροφά περισσότερους.

Μια άλλη σημαντική επισήμαν­ση είναι εκείνη που προκύπτει από το συσχετισμό της φυλλικής μάζας του βάζου με της παλμέτας. Σ' αυ­τό το σχήμα ο όγκος της φυλλικής μάζας της παλμέτας, είναι 30% πε­ρίπου μεγαλύτερος από εκείνο του βάζου συγκρίνοντας ίδιες γραμμές φύτευσης, ίδιο ύψος φυτών και ίδιο σχήμα γενικότερα. Όλα αυτά μετα­φράζονται σε μεγαλύτερη φωτο­συνθετική επιφάνεια, σε μεγαλύτε­ρο όγκο επεξεργασμένων χυμών, σε μεγαλύτερη παραγωγή (καρπο­φορία) και συνεπώς μεγαλύτερο ποσοστό λαδιού στους καρπούς (ε­λιές) .

Σχήμα μονοκωνικό

Τα τελευταία χρόνια εφαρμόζε­ται ένα άλλο σχήμα διαμόρφωσης στην ελιά, το οποίο ονομάζεται μο­νοκωνικό, ουσιαστικά αυτό έχει μια κωνική μορφή και συνίσταται από ένα κεντρικό άξονα, ο οποίος φυσι­κά ξεκινάει από τη ρίζα και χωρίς να υποστεί καμιά καρατόμηση (κο­ρυφολόγημα), επεκτείνεται ελεύ­θερα προς τα πάνω φθάνοντας μέ­χρι το επιθυμητό ύψος. Αφήνοντας πάνω σ' αυτόν μια σειρά κλάδων α­πό τη βάση προς τα πάνω, σε σχή­μα σπιράλ, απομακρύνοντας τους επιπλέον, μη ξυλοποιημένους κλά­δους και διαμορφώνοντας απο­στάσεις 50-60 cm, έτσι ώστε να δί­νεται στο φυτό, όταν πλέον ολο­κληρωθεί το σχήμα διαμόρφωσης, μια μορφή κώνου, με τη βάση του να απέχει περίπου 50 cm από το έ­δαφος και την κορυφή του ελεύθε­ρη προς τον "ουρανό".

Στους δευτερεύοντες βραχίο­νες όταν ολοκληρωθεί το σχήμα του φυτού θα είναι σαν να έχουμε πολλούς κώνους που να εκφύονται από τον άξονα του βραχίονα. Εδώ θα πρέπει κάθε χρόνο να ανανεώ­νονται οι καρποφόροι κλάδοι, αντι­καθιστώντας όλους εκείνους που έδωσαν καρπούς.

Αυτό το σχήμα προσφέρεται για τη μηχανοσυλλογή με δονητή, περιορίζοντας τις δαπάνες, αλλά δεν μπορεί ποτέ να δώσει λάδι υψηλής ποιότητας, γιατί ο ελαιόκαρ­πος για να πέσει (αποκολληθεί), κάτω από τη μηχανική δράση του δονητή θα πρέπει να βρίσκεται στο στάδιο της φυσιολογικής ωρίμα­σης. Μόνο έτσι μπορεί να αποκολ­ληθεί ο καρπός, εκτός εάν και χρη­σιμοποιηθούν, προηγούμενα, καρ­ποπτωτικά προϊόντα που διευκολύ­νουν τη μηχανοσυλλογή. Η συλλο­γή σ' αυτό το στάδιο ωρίμασης θα επιτρέψει πάλι την παραγωγή λα­διού, πάντα καλύτερο από εκείνο που προέρχεται από τη συλλογή του καρπού με δίχτυα και αφού πέ­σει μόνος του. Αντίθετα με τη συλ­λογή που πραγματοποιείται με χτέ­νια ή ελαιοραβδιστικά, στο στάδιο της βιομηχανικής ωρίμασης, συ­γκεκριμένα τη στιγμή που το περιε­χόμενο λαδιού στον καρπό φθάνει στο μεγαλύτερο ποσοστό μη εστε­ροποιημένων γλυκεριδίων και λιγό­τερο κορεσμένων. Αυτά τα τελευ­ταία τείνουν να αυξηθούν σιγά-σιγά όσο πλησιάζει η φυσιολογική ωρί­μαση των καρπών, στάδιο που προκαλεί τη φυσική πτώση των καρπών κάτω από τη δόνηση του μηχανήματος (δονητή). Εάν η μη­χανοσυλλογή προτείνεται για τον περιορισμό του κόστους συλλογής, τότε υπάρχουν και άλλοι τρόποι. Ε­άν όμως θέλουμε λάδι υψηλής ποιότητας, τότε θα πρέπει να χρη­σιμοποιήσουμε ελαιοραβδιστικά ή χτένια. Οι προγραμματισμένες και σωστές επεμβάσεις μπορούν να δώσουν στη σύγχρονη ελαιοκομία τη δυνατότητα μείωσης του κό­στους παραγωγής και να την κατα­στήσουν ανταγωνιστική.

Άλλα σχήματα διαμόρφωσης

Υπάρχουν και άλλα σχήματα διαμόρφωσης όπως είναι: ύψιλον θαμνώδες και πολλά άλλα, ωστόσο τα αποτελέσματα δεν υπήρξαν ικα­νοποιητικά, γι' αυτό το λόγο δεν περπάτησαν. Η ελιά είναι ένα φυτό που χρειάζεται πολύ φωτισμό, με­γάλη φυλλική επιφάνεια και παρά­γει σε ετήσιους βλαστούς, συνε­πώς θα πρέπει να ανανεώνονται κάθε χρόνο, αποφεύγοντας ταυτό­χρονα σκιάσεις και ταλαιπωρίες των φυτών από αυστηρά και άκαι­ρα κλαδέματα, τα οποία επιδρούν αρνητικά στην παραγωγή του φυ­τού. Μπροστά σε τόσα σχήματα διαμόρφωσης έχουμε την απεριό­ριστη δυνατότητα επιλογής, σύμ­φωνα με το χώρο και την περιοχή που βρισκόμαστε και τις εμπειρίες που έχουμε, ωστόσο έχουν γίνει αρκετά και σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση και θα πρέπει συνεχώς να είμαστε ενήμεροι και να ακολουθούμε τις εξελίξεις.

Κλάδεμα καρποφορίας

Οταν αναφερόμαστε στην ελιά είναι δύσκολο να ξεφύγουμε από τα τετριμμένα που εφαρμόζονται σε κάθε κλάδεμα καρποφορίας που αφορά όλα τα οπωροφόρα. Τις ελιές που κλαδεύουμε σήμερα είναι οι ίδιες εδώ και 100 ή και 1.000 χρόνια. Εκείνο που θα έπρε­πε να βρούμε ή που θα μπορούσα­με να εντοπίσουμε, το έχουμε σί­γουρα εφαρμόσει και αποδείξει σε όλους τους συνδυασμούς σχήμα­τος των φυτών και εδαφοκλιματι­κών συνθηκών. Το κλάδεμα των με­γάλης ηλικίας φυτών, ακόμη και ό­ταν μας παρέχει τη δυνατότητα να διατηρήσουμε το επιθυμητό σχήμα που μας επιτρέπει να εφαρμόσου­με όλες τις άλλες αγρονομικές πρακτικές και όταν, κατά κάποιο τρόπο, διαμορφώνει μια σχέση ι­σορροπίας μεταξύ βλάστησης και οικοσυστήματος, δεν μπόρεσε πο­τέ να αυξήσει τη μέση απόδοση του ελαιώνα, ούτε να μεταβάλλει ου­σιαστικά το φαινόμενο της παρε­νιαυτοφορίας.

Συνεπώς το κλάδεμα καρποφο­ρίας θα πρέπει να στοχεύει και να αφορά μόνο ότι συμφέρει οικονομι­κά. Πράγματι, εάν το κόστος συλ­λογής αντιπροσωπεύει το στοιχείο εκείνο που επηρεάζει περισσότερο την παραγωγή, ενίοτε πάνω από το 1/2, το κλάδεμα καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση, καλύπτοντας συνή­θως το 15-20% του συνολικού κό­στους καλλιέργειας, που πολλές φορές μπορεί να υπερβεί ακόμη και αυτά τα ποσοστά.

Κάτω απ' αυτό το πρίσμα ακόμη και όταν οι επεμβάσεις θα έπρεπε να γίνονται κάθε χρόνο, θα πρέπει να τις αναβάλλουμε και να τις το­ποθετούμε μια φορά στη διετία (λό­γω παρενιαυτοφορίας εκεί που συνδυάζεται με τη συλλογή), ενώ στις άλλες ποικιλίες μπορεί να ανα­βληθεί και να εφαρμοστεί στην τε­τραετία. Η διεύρυνση αυτή του χρόνου κλαδέματος οδηγεί ανα­γκαστικά στην απλοποίηση των ε­νεργειών οι οποίες μεταφράζονται σε δραστικές επεμβάσεις και μεγά­λες τομές στο παλιό ξύλο, που α­ποτελεί και αυτό μια σημαντική επι­βάρυνση στην παραγωγή. Ούτως σε αντίθεση με τη συλλογή, το κλά­δεμα για την ελληνική ελαιοκαλ­λιέργεια, αποτελεί τον πρώτο πε­ριοριστικό παράγοντα.

Πράγματι, η συλλογή μολονότι ότι αντιπροσωπεύει την πιο δύσκο­λη και δαπανηρή εργασία, μπορεί να πραγματοποιηθεί μηχανικά, ή μέσω διχτυών με φυσιολογική πτώ­ση χρησιμοποιώντας ανειδίκευτο προσωπικό, ενώ αντίθετα το κλά­δεμα θα πρέπει να γίνει αποκλειστι­κά και μόνο με το χέρι και μάλιστα από εξειδικευμένο προσωπικό.

Σήμερα μάλιστα αυτό το προ­σωπικό σπανίζει ανεξάρτητα από το κόστος, και έτσι αποτελεί σοβα­ρό πρόβλημα, που προφανώς, προς το παρόν, υποτιμάται η σημα­σία του. Κάτω απ' αυτό το σκεπτικό τελευταία επιχειρείται η εκμηχάνι­ση του κλαδέματος μέσα από πολ­λές δοκιμές που πραγματοποιού­νται με στόχο να περιοριστεί η δα­πάνη της συγκεκριμένης εργασίας. Ούτως εδώ και κάποιες δεκαετίες γίνεται λόγος εκσυγχρονισμού του κλαδέματος με την εκμηχάνιση τουλάχιστον μέρους των επεμβά­σεων αυτής της εργασίας, αλλά με περιορισμένη επιτυχία από πλευ­ράς μηχανημάτων. Ίσως υπάρξει η δυνατότητα στο προσεχές μέλλον να εξευρεθεί ο τρόπος συνύπαρ­ξης ενός μικτού συστήματος που να αναθέτει στα μηχανήματα την εργασία ελάφρυνσης της κόμης, ε­νώ η ανθρώπινη επέμβαση να πε­ριορίζεται στη διατήρηση του βασι­κού σκελετού του φυτού και στις λεπτές διορθωτικές επεμβάσεις διαμόρφωσης του τελικού σχήμα­τος.

Κλάδεμα επαναφοράς

Προτού ξεκινήσουμε τις προτά­σεις πάνω στο θέμα καλά θα είναι να ξεκαθαρίσουμε ότι στα στάδια και στα σχήματα διαμόρφωσης που περιγράψαμε προηγουμένως, οι ε­πεμβάσεις κλαδέματος θα πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο απα­ραίτητο, δηλαδή σε εκείνες που κρίνονται απόλυτα αναγκαίες για την πραγματοποίηση του σχήματος του φυτού, αφήνοντας όσο γίνεται ένα μεγαλύτερο αριθμό φύλλων. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα, να οδηγήσουμε σε μικρό χρονικό διάστημα στην παραγωγή τους νε­οσύστατους ελαιώνες, αυτό που πολύ συχνά σε άριστες συνθήκες μπορεί να παρατηρηθεί μόλις από τον τρίτο χρόνο της ηλικίας.

Μια άλλη παράμετρος που θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη, χρόνο με το χρόνο, σ' αυτή την καλλιέργεια, είναι η σταθερή διατή­ρηση του όγκου και του σχήματος που έχουμε προδιαγράψει. Οταν οι βλαστικές κορυφές των διαφόρων βραχιόνων τείνουν να ξεπεράσουν τα προκαθορισμένα όρια, να τις ε­παναφέρουμε στην αρχική τους θέ­ση, με τα κατάλληλα "κλαδέματα ε­παναφοράς" αποφεύγοντας πάντα την όποια καρατόμηση των κορυ­φών. Μια τέτοια πράξη θα σήμαινε καταστροφή, γιατί στο σημείο της καρατόμησης θα παρατηρηθεί μια πολυάριθμη ανάπτυξη βλαστών που προσλαμβάνουν το σχήμα "σκούπας". Η επανάληψη του ε­σφαλμένου κλαδέματος, οδηγεί σε εξασθένιση και περιορισμό των κλάδων της βάσης του φυτού και ό­χι μόνο, αλλά στην ταυτόχρονη α­ναζωπύρωση της αύξησης της βλάστησης στα σημεία που βρίσκο­νται ψηλά, μειώνοντας και εκμηδε­νίζοντας τα επιθυμητά πλεονεκτή­ματα συγκράτησης του κόστους, το οποίο μπορούμε να πετύχουμε μέ­σα από περιορισμένα σχήματα και να φθάσουμε έτσι να μιλάμε για μια σύγχρονη και ανταγωνιστική ελαιο­κομία.

Το "κλάδεμα επαναφοράς" μπορεί να γίνει στις κορυφές των κλάδων που δημιουργούν το σκε­λετό του φυτού, αλλά και σε όλους τους άλλους τους παραγωγικούς, όταν αυτοί προσπαθούν να ξεφύ­γουν έξω από τα όρια, με αποτέλε­σμα την αύξήση του ξυλώδους τμή­ματος, που άλλωστε δεν είναι πα­ραγωγικό. Το ίδιο ισχύει και για τους καρποφόρους κλάδους, οι ο­ποίοι θα πρέπει να απομακρύνο­νται κάθε χρόνο, αντικαθιστώντας έτσι τους κλάδους που έδωσαν καρπούς και οι οποίοι κλείνουν το δεύτερο χρόνο ηλικίας, με ένα ίδιο αριθμό ετήσιων βλαστών (που ανα­πτύχθηκαν μέσα στο χρόνο) και οι οποίοι θα δώσουν καρπούς την ερ­χόμενη άνοιξη, δηλαδή όταν αυτοί οι βλαστοί, εισέρχονται στο δεύτε­ρο έτος της ηλικίας. Το κλάδεμα παραγωγής έχει σαν στόχο να ω­θήσει το φυτό στην καρποφορία κάθε χρόνο και να περιορίσει το φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας.

Για να πετύχουμε αυτό το στόχο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τα παρακάτω: - Η ελιά είναι ένα φυτό που φυσιολογικά θα πρέπει να παράγει κάθε χρόνο, στους ετήσιους βλαστούς (αυτούς που έχουν κλείσει ένα χρό­νο ηλικίας). Η παρενιαυτο­φορία που αποτελεί κανόνα στην ελιά οφείλεται σε α­νορθόδοξες επεμβάσεις, μηδέ εξαιρουμένου του ε­σφαλμένου κλαδέματος (αυστηρά κάθε χρόνο ή δύο χρόνια και σε ακατάλληλη ε­ποχή) το οποίο υποστηρί­ζουμε κατά τον πιο κατηγο­ρηματικό τρόπο.

- Ακόμη και ο πιο άσχετος σε ότι αφορά το θέμα μας μπο­ρεί να ξεχωρίσει τον κλάδο που έδωσε καρπούς (διετή) από αυτόν που αναπτύχθη­κε μέσα στο χρόνο (μονοε­τή) και ο οποίος θα καρπο­φορήσει την άνοιξη που έρ­χεται. Ενας βλαστός ο οποί­ος παρήγαγε ακόμη και ένα μόνο καρπό, αναγνωρίζεται εύκολα γιατί θα πρέπει να υ­πάρχει πάνω σ' αυτόν του­λάχιστον ένας ποδίσκος α­πό τον οποίο αποκολλήθηκε ο καρπός.

- Η ελιά - το θυμίζουμε ακόμη μια φορά-είναι ένα είδος που φύεται και ευδοκιμεί στη Μεσόγειο, συνεπώς α­παιτεί σωστό αερισμό και φωτισμό, γι' αυτό το λόγο τους βλαστούς που καρπο­φόρησαν θα πρέπει να τους απομακρύνουμε στην αρχή της άνοιξης, με ένα κλάδε­μα, για να αφήσουν τη θέση τους στους αντικαταστάτες τους, οι οποίοι θα παράγουν με τη σειρά τους, εάν δια­μορφώσουμε τις ιδανικές συνθήκες που αναφέραμε. Θα πρέπει να επιλέγονται οι καλύτεροι, οι πιο ζωηροί και τόσοι όσοι το φυτό μπορεί να "σηκώσει", σύμφωνα με τις δυνάμεις του, τη ρωμα­λεότητα και τη συμπεριφο­ρά του. Η εμπειρία επιτάσ­σει επίσης μια καλή λίπανση και ένα-δυο ποτίσματα στη διάρκεια του καλοκαιριού, χωρίς ασφαλώς να αποκλεί­ονται και οι άλλες τεχνικές που οδηγούν στην επιθυμη­τή επιτυχία. Εάν εφαρμο­στούν όλοι οι κανόνες και οι διαδικασίες που αναφέρα­με, μένει πλέον να παρατη­ρήσουμε τη βλαστική και παραγωγική συμπεριφορά κάθε φυτού ξεχωριστά, και της καλλιέργειας συνολικά, και έτσι συνεπάγεται ότι θα έχουμε δύο διαφορετικές συμπεριφορές: Το φυτό ενώ θα παράγει αρ­κετά, ενώ θα υποβάλλεται στα "κλαδέματα επαναφο­ράς" θα συνεχίζει τη βλαστι­κή "έκρηξη". Σ' αυτή την πε­ρίπτωση όλα τα "κλαδέματα επαναφοράς" θα πρέπει να πραγματοποιούνται αφήνο­ντας τους βλαστούς που προέρχονται από τους κυ­λινδρικούς οφθαλμούς, (ανθοφόροι), όπως είπαμε όταν αναφερόμαστε στο κλάδεμα διαμόρφωσης.

- Η υπερπαραγωγή περιορίζει τη βλαστική ανάπτυξη του φυτού. Σε παρόμοιες περιπτώσεις με το κλάδεμα επαναφοράς" θα αφήσουμε τους βλαστούς που προέρχονται από κωνικούς ο­φθαλμούς, οι οποίοι θα είναι βλαστοφόροι (ξυλο­φόροι). Εάν όλα αυτά τα κριτήρια εφαρμοστούν, σίγουρα ο σύγχρονος και ο οργανωμένος ελαιώ­νας μας θα μας δώσει τη σωστή σοδειά.

Εργασίες διαχείρισης του εδάφους

Κάτω από την πίεση των σημερινών απαιτήσεων, οι μηχανικές εργασίες του εδάφους υφίστανται μια προ­σεκτική αναθεώρηση και που καθιστούν πλέον σαφές, ότι οι διάφορες τεχνικές δεν θα πρέπει να στοχεύουν στην παροχή αγρονομικών πλεονεκτημάτων, αλλά ταυτόχρονα να αποτελούν μια από τις πολλές εργασί­ες διατήρησης του εδάφους, με το ανάλογο κόστος. H κατεργασία του εδάφους στην παραδοσιακή ελαιοκο­μία αποτελεί στην πραγματικότητα ένα εργαλείο δια­χείρισης του νερού. Στη Μεσόγειο η παραγωγή λαδιού επηρεάζεται σχεδόν στο σύνολό της από το ύψος των βροχοπτώσεων και αξιοποιεί φτωχά-περιθωριακά εδά­φη όπου χρειάζεται η αποταμίευση των βρόχινων νε­ρών, κατά τη διάρκεια του χειμώνα και η αποφυγή της απώλειας μέσω εξάτμισης στη διάρκεια του ξηροθερ­μικού καλοκαιριού.

Τα στοιχεία του προβλήματος α­ναφέρονται στο, ό­που εναλλάσσονται οι φάσεις συσσώρευσης-απώλειας σε σχέ­ση με την εναλλαγή των εποχών. Ωστόσο οι εργασίες κατεργασί­ας, που στοχεύουν στη διαχείρι­ση του νερού, μπορούν να προ­καλέσουν αρνητικά αποτελέσμα­τα, στο έδαφος και πολλές φορές δεν ανταπο­κρίνονται στο σκοπό για τον ο­ποίο γίνονται. Ιδιαίτερα σαφή εί­ναι τα αρνητικά αποτελέσματα των εργασιών σε επικλινή ε­δάφη, όπου το φαινόμενο της α­πορροής εκδηλώνεται έντονα και έχει σαν αποτέλεσμα την επι­φανειακή διάβρωση του εδά­φους. Στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, τα αποτελέσματα αυτού του φαινομένου μπορούν να υπολογιστούν σε κανονικές συνθήκες μεσοπρόθεσμα, απλά παρατηρώντας την επιφάνεια των παλαιών ελαιώνων οι οποίοι βρίσκο­νται σε επικλινή εδάφη και συγκρίνο­ντας τη σημερινή κατάσταση του ε­δάφους με εκείνη που μας δείχνει το ύψος της βάσης του κορμού (κού­τσουρο), από το οποίο αποδεικνύεται που βρισκόταν η επιφάνεια αμέσως μετά την εγκατάσταση του ελαιώνα.

Υπογραμμίζεται ότι στην Ελλάδα αυτό το πρόβλημα είναι γεγονός που απασχολεί τη φρουτοκαλλιέργεια και την αμπελουργία, αλλά ακόμη απασχολεί ελάχιστα την ελαιοκαλ­λιέργεια, όπου αντίθετα, λόγω του τύπου και της μορφής των εδαφών (ανώμαλη επιφάνεια και επικλινής) και του μεγέθους της καλλιέργειας, αρκετά μεγάλη, αυτό εμφανίζεται έ­ντονο. Αποτελούν αιτίες τα χαρακτη­ριστικά του εδάφους, το ύψος των βροχοπτώσεων, η κλίση και η συστη­ματοποίηση των εδαφών και η πυ­κνότητα φύτευσης, που στους παρα­δοσιακούς ελαιώνες είναι συνήθως μικρή και συνεπώς ελάχιστα κατάλ­ληλη για τη συγκράτηση της ζημιάς.

0 τρόπος διαχείρισης του νερού ανέκαθεν συνίστα­ται σε ένα όργωμα βάθους 15 cm κατά τη χειμερινή και εαρινή περίοδο, για να διευκολυνθεί η διείσδυση του νερού της βροχής, που ακολουθείται από ένα δεύ­τερο, ίδιου βάθους. Στην αρχή του καλοκαιριού πρα­γματοποιούνται επιφανειακά φρεζαρίσματα (τουλάχι­στον 2) που στοχεύουν στον έλεγχο των ζιζανίων και στο σπάσιμο της ακολουθίας των στρωμάτων του εδά­φους, περιορίζοντας έτσι την εξάτμιση. Αποδείχθηκε ότι, όχι πάντα, η κατεργασία του εδάφους διευκολύνει τη συγκράτηση του νερού της βροχής και κυρίως, ότι οι καλοκαιρινές αρόσεις χειροτερεύουν την κατάσταση σε ότι αφορά τα διαθέσιμα ποσοστά νερού. Συνεπώς είναι απαραίτητο για τα επικλινή εδάφη και σκόπιμο γε­νικώς, να εφαρμόζεται μια τεχνική που να συνδυάζει τις αγρονομικές απαιτήσεις με τις εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής.

Οι επιλογές είναι πολύ περιορι­σμένες αφού είναι δύσκολο να ει­σάγουμε και μάλιστα σήμερα κάτω από τους προσανατολισμούς και τις κατευθύνσεις της Ε.Ε., τη χημι­κή ζιζανιοκτονία, παρά μόνο κά­ποιες στιγμές και σε περιορισμένες επιφάνειες. Επομένως μέσα στα ό­ρια που επιβάλλουν οι βροχοπτώ­σεις, οι επιλογές (βασισμένες σε ε­μπειρικές εκτιμήσεις) στρέφονται στο φυσικό χλοοτάπητα (ή και με σπορά κάποιων αγρωστωδών) στο μεταξύ των σειρών χώρο, περιορί­ζοντας τις καταναλώσεις νερού με την επαναλαμβανόμενη κοπή του, με θαμνοκόπτη και συνοδευόμενη με μια χημική ζιζανιοκτονία κατά μήκος της σειράς και κάτω από τα δένδρα. Φυσικά τα αποθέματα νε­ρού και θρεπτικών στοιχείων ελατ­τώνονται από αυτή τη φυτική μάζα ανά μονάδα επιφάνειας του εδά­φους και, στους νεοσύστατους ε­λαιώνες η ζιζανιοκτονία, η εδαφο­κάλυψη κατά μήκος της γραμμής φύτευσης κρίνεται αναγκαία για να εξασφαλιστεί η σωστή ανάπτυξη των νεαρών φυτών.

Η λίπανση

Η ικανότητα της ελιάς, όχι μόνο να επιβιώνει, αλλά και να παράγει κανονικά σέ εδάφη επικλινή, άγονα και περιθωριακά πολύ συχνά μας οδηγεί στην υποτίμηση των θρεπτι­κών απαιτήσεων και υποβάθμιση της σημασίας της λίπανσης σ' αυτή την καλλιέργεια. Η ίδια η ακανόνι­στη παραγωγή (παρενιαυτοφορία) μας βάζει στη σκέψη, ότι σ' αυτό το είδος υπάρχουν μηχανισμοί "συ­ντήρησης" που εμποδίζουν τα φυτά να διαφοροποιήσουν κανονικά τους ανθοφόρους οφθαλμούς όταν οι δυνατότητες περιορίζονται. Χαμηλά θρεπτικά ποσοστά προκα­λούν ταυτόχρονα, ανάσχεση και μπλοκάρουν τους μηχανισμούς διαφοροποίησης των μόλις δια­μορφωμένων οφθαλμών, με απο­τέλεσμα την αναβολή της εξέλιξης για τον επόμενο χρόνο. Ενα φυτό για να παράγει με κανονικούς ρυθ­μούς θα πρέπει να αναπτύσσεται, να διατηρεί στο κατάλληλο επίπεδο τις αποθησαυρισμένες ουσίες και παράλληλα να ωριμάζει τους καρ­πούς, συνεπώς οι ενεργειακές του απαιτήσεις είναι αρκετά αυξημέ­νες. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ελιά, για να παράγει κανονικά, θα πρέπει να θεωρείται σε ότι αφο­ρά τις θρεπτικές απαιτήσεις, φυτό με τις ίδιες θρεπτικές απαιτήσεις, με τα άλλα καρποφόρα. Για τον προσδιορισμό των χορηγούμενων στοιχείων λίπανσης χρησιμοποιού­νται διάφορες αναλύσεις και θα πρέπει να είναι γνωστά τα παραγω­γικά περιθώρια της ποικιλίας στη συγκεκριμένη περιοχή. Οι αναλύ­σεις που συνήθως χρειάζονται για να προσδιοριστούν οι θρεπτικές α­παιτήσεις είναι εκείνη του εδάφους και η φυλλοδιαγνωστική. Η εδαφική ανάλυση είναι απαραίτητη για να ε­ντοπιστούν οι τυχόν περιοριστικοί παράγοντες (pH, αλατότητα, ΙΑΚ) ή τα ποσοστά των διαθέσιμων στοι­χείων (συνήθως τα κατιόντα), ενώ είναι ελάχιστα χρήσιμη για να σχε­διάσουμε και να προγραμματίσου­με ένα πλάνο λίπανσης, γιατί τα διαθέσιμα ποσοστά επηρεάζονται από εξωγενείς παράγοντες (θερ­μοκρασία, διαθέσιμα ποσοστά νε­ρού, κ.λπ.). Η ανάλυση των ποσο­στών κάποιων ανόργανων στοιχεί­ων στα φύλλα (Ν, Ρ, Κ, Ca, Mg) προσφέρει ενδείξεις μεγαλύτερης αγρονομικής χρησιμότητας. Η με­γαλύτερη επιφύλαξη σ' αυτή τη μέ­θοδο, είναι ότι δεν είναι γνωστές οι ειδικές σχέσεις ανάμεσα στη σύν­θεση των φύλλων σε μια δεδομένη στιγμή και της κατάστασης ολόκλη­ρου του φυτού, ενώ ακόμη πιο μα­κριά είναι η σχέση μεταξύ της θρε­πτικής κατάστασης των φύλλων και της απόδοσης. Όντως τα φύλλα α­ντιπροσωπεύουν ένα μικρό ποσο­στό γύρω στο 3% της συνολικής ξηρής ουσίας ενός φυτού, ενώ η μεγάλη ποσότητα των αποθησαυ­ρισμένων ουσιών βρίσκεται και δια­χειρίζεται στον κορμό, τους βραχί­ονες και τις κύριες ρίζες και μια άλ­λη σημαντική ποσότητα διακινείται από τους οφθαλμούς και τις μικρό­τερες αναπτυσσόμενες ρίζες, ενώ οι διαδικασίες που ελέγχουν την παραγωγή μπορούν να θεωρηθούν, μόνο η "δεύτερη συνισταμέ­νη" της ανάπτυξης.

Αυτό περιπλέκει την ερμηνεία των δεδομένων ανάλυσης και το σχηματισμό standards αναφοράς που αφορούν μόνο τη βλαστική α­νάπτυξη. Μπορεί να θεωρηθεί ανα­μενόμενη εφόσον βρισκόμαστε σε συνθήκες έλλειψης ή περίσσειας, όμως γίνεται ανώφελη και χωρίς α­ξία στον προσδιορισμό της άριστης τιμής αφού σ' αυτή την τιμή τα δια­θέσιμα στοιχεία βρίσκονται σε ι­σορροπία με την ανάπτυξη, που μπορεί να είναι σαφώς διαφορο­ποιημένη. Σύμφωνα με κάποιους ε­ρευνητές για να διαπιστώσουμε την αναγκαιότητα της επείγουσας διορθωτικής επέμβασης σε μια ο­μάδα φυτών, είναι σκόπιμο να συ­γκρίνουμε τα στοιχεία των δύο δια­δοχικών αναλύσεων, λαμβάνοντας τα δείγματα νωρίς στη διάρκεια της χειμερινής ανάπαυλας και λίγο πριν την άνθιση.

Η σημαντική μείωση των τιμών ορισμένων στοιχείων (κυρίως αζώ­του) θα έδειχνε ότι τα φυτά δεν δια­θέτουν επαρκή αποθέματα. Για ο­ρισμένα οπωροφόρα (ξινά, αμπέλι) όπου υπάρχουν πολλά αναλυτικά και παραγωγικά στοιχεία, επιχειρήθηκε η δημιουργία μαθηματικών μοντέλων για τον προγραμματισμό των επεμβάσεων σε σχέση με την επιθυμητή απόδοση, αλλά στην ε­λιά αυτό ακόμη δεν έχει εφαρμο­στεί. Πρακτικά, η φυλλοδιαγνωστι­κή μας επιτρέπει να διαγνώσουμε την κανονική κατάσταση (αναλογία Ν, Ρ, Κ γύρω στο 2:0,2:1 στα φύλ­λα των 6 μηνών περίπου), με δια­φορές που παρατηρούνται στο βλαστικό υλικό χαμηλότερες από εκείνες που παρατηρούνται στο έ­δαφος. Αυτή η τεχνική κρίνεται α­παραίτητη για τον εντοπισμό θρε­πτικών ανωμαλιών, όταν εκδηλώ­νονται άτυπα συμπτώματα έλλει­ψης ή "αντιστεκόμενα" στις επεμ­βάσεις με ειδικά σκευάσματα όπως η ανισόρροπη σχέση των κατιό­ντων, η οποία εκδηλώνεται όταν η ανάπτυξη των αρδευόμενων φυτών ενισχύεται υπερβολικά από αζω­τούχες λιπάνσεις σε εδάφη όπου η ικανότητα ανταλλαγής κατιόντων είναι πολύ χαμηλή (<5meq/100g ε­δάφους).

Η ελιά είναι φυτό που χρειάζεται μια κατάλληλη συνολική χορήγηση (θρέψη) κατιόντων. Στα κατάλληλα εδάφη για την ανάπτυξη των φυ­τών, στους εντατικούς ελαιώνες, 200 μονάδες αζωτούχου λιπάσμα­τος ανά εκτάριο το χρόνο, φαίνεται να αποτελούν τον καθοριστικότερο παράγοντα για την εξασφάλιση μιας ικανοποιητικής ισορροπίας. Α­νάλογες συστάσεις γίνονται και για τους παραδοσιακούς ελαιώνες. Στην παραδοσιακή ελαιοκομία ορι­σμένες αντιλήψεις είναι τόσο ριζω­μένες που αποκλείουν κάθε άλλη εναλλακτική πρόταση. Από το 1968 είναι γνωστό ότι η ελιά αντιδρά πο­λύ θετικά στις διαφυλλικές λιπάν­σεις, δίνοντας άριστα και οικονομι­κά αποτελέσματα. Ακόμη η δυνατό­τητα χορήγησης διαφόρων λιπα­σμάτων, όχι μόνο στα φυτά αλλά και στα μοσχεύματα υδρονέφωσης για να αυξηθεί η επιβίωση και η ικα­νότητα ριζοβολίας αποδείχθηκε ότι έχει θετικές επιδράσεις, ακόμη και σε συνθήκες έλλειψης νερού και εί­ναι επίσης σε θέση να διεγείρει την αντικαρποπτωτική δράση της ηρτη­μένης σοδειάς.

Υδατικά διαλύματα ουρίας 1,5% (1 t/ha) μπορούν να χορηγηθούν διαφυλλικά με ένα αζωτούχο λίπα­σμα μόλις 7 μονάδων ανά εκτάριο. Η επέμβαση αυτή ξεφεύγει από τα ανταγωνιστικά φαινόμενα που ανα­πτύσσονται στο έδαφος (π.χ. με τον χλοοτάπητα) και πρακτικά δεν μεταβάλλει την ισορροπία του αζώ­του στο έδαφος.Αυτή η πρακτική θεωρείται σαν υποβοηθητική χρήσιμη ειδικά για τη χορήγηση ιχνοστοιχείων, αφή­νοντας έτσι ανεκμετάλλευτο ένα εργαλείο μεγάλης σημασίας και α­ποτελεσματικότητας. Δεν αποδεί­χθηκε ότι η διαφυλλική εφαρμογή μπορεί να υποκαταστήσει εκείνη α­πό εδάφους, αλλά οργανωμένοι ε­λαιώνες, έστω και παραδοσιακοί, συνεχίζουν να παράγουν για πολλά χρόνια, μόνο με διαφυλλικές επεμ­βάσεις και ελαιώνες που λιπαίνο­νται καλά από εδάφους, μπορούν να αυξήσουν τις αποδόσεις τους μόνο με τις διαφυλλικές επεμβά­σεις, αφήνοντας έτσι να διαφανούν μηχανισμοί διαφορετικής δράσης σε σχέση με εκείνους που παραδο­σιακά γνωρίζουμε.

Μια σειρά από λόγους μπορεί να συμβάλλει στην παρεμπόδιση της εξάπλωσης αυτής της τεχνι­κής. Η ελλιπής γνώση χρήσης των λιπασμάτων που ακόμη υπάρχει στο χώρο της ελαιοκομίας, και όχι μόνο, αλλά και η δυσπιστία ότι δό­σεις λιπασμάτων τόσο μικρές, μπο­ρούν να δώσουν αποτελέσματα κα­λύτερα από εκείνα των μεγάλων ποσοτήτων που χρησιμοποιούνται από εδάφους. Προφανώς την εξά­πλωση των διαφυλλικών λιπάνσεων εμποδίζουν κυρίως, ο μεγάλος ό­γκος των παραδοσιακών ελαιώ­νων, όπου η επιφάνεια της κόμης είναι περιορισμένη και συνεπώς περιορίζονται και τα αποτελέσματα αυτής της εφαρμογής.

Οι σημερινές τάσεις τείνουν προς τις ανεπαρκείς χορηγήσεις από εδάφους τόσο όσο για να δια­τηρηθεί κατά κάποιο τρόπο η ανά­πτυξη και η παραγωγή. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες και λαμβάνο­ντας υπόψη και τις περιορισμένες αποδόσεις των παραδοσιακών ε­λαιώνων η εξάπλωση της διαφυλλι­κής λίπανσης θα πρέπει να παρακι­νηθεί και να εξαπλωθεί με όλους τους τρόπους και παράλληλα, θα πρέπει να συνεχιστούν και οι έρευ­νες στον ευαίσθητο αυτό χώρο, α­πό πλευράς παραγωγής και περι­βάλλοντος.

Η ευρεία αναφορά στην αζω­τούχο λίπανση, περιορίζει ασφα­λώς τη διερεύνηση των προβλημά­των που συνδέονται με τη χορήγη­ση των άλλων στοιχείων, που άλ­λωστε θεωρούνται ήσσονος σημα­σίας από αγρονομικής πλευράς. Παραγωγικές αυξήσεις που οφεί­λονται στη χορήγηση καλιούχων λι­πασμάτων έχουν καταγραφεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και σε πολύ ανώμαλα εδάφη. Δεν υπάρχουν πληροφορίες που να αναφέ­ρονται στις ευνοϊκές επιδράσεις της χορήγησης του φωσφόρου από εδάφους.

Πιθανόν το βόριο αποτελεί το μοναδικό στοιχείο που θα πρέπει να παίρνει μέρος στα προγράμματα λίπανσης και αυτό εκεί όπου έχουν διαπιστωθεί τροφοπενίες βορίου. Ωστόσο η διαφυλλική χορή­γηση αυτών των στοιχείων αντιπροσωπεύει την κα­λύτερη λύση, λόγω της έγκαιρης επέμβασης και της σίγουρης ανταπόκρισης, αποφεύγοντας έτσι την παρεμβολή του εδάφους και τον ανταγωνισμό των ζιζανίων.

Συμπεράσματα

Οι διαθέσιμες τεχνικές σήμερα είναι απλές, εύκο­λες στην εφαρμογή τους, και κατάλληλες, ιδίως για τους σύγχρονους-εντατικούς και οργανωμένους ε­λαιώνες όπου κάθε ενέργεια αξιοποιείται, αλλά ε­φαρμόσιμες και στους παραδοσιακούς ελαιώνες με θετικά αποτελέσματα.

Τα νέα λιοστάσια, με σωστή φύτευση, εισέρχονται πολύ γρήγορα στην παραγωγική διαδικασία γεγο­νός που οφείλεται στο γενετικό υλικό (νέες ποικιλί­ες π.χ. κορωνέικη), το οποίο υποβοηθείται και από τις αγρονομικές πρακτικές. Η διατήρηση του εδά­φους, η εξασφάλιση της οικολογικής ισορροπίας και η τήρηση των κανόνων και των κανονισμών μό­νο, μπορεί να έχει αποτέλεσμα εάν και εφόσον, ό­λα αυτά εφαρμοστούν μέσα από ειδικές εφαρμο­γές χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα αυτά θα λει­τουργήσουν σε βάρος των αποδόσεων.

Οι παραδοσιακές δαπάνες στην ελιά δεν άλλαξαν, το κόστος της χειροσυλλογής και κλαδέματος απο­τελεί ακόμη και σήμερα το βασικό πρόβλημα. Παρά το γεγονός ότι στους νέους ελαιώνες οι διά­φορες λύσεις για τη συλλογή έχουν δώσει θετικά α­ποτελέσματα, για το κλάδεμα ωστόσο η μορφή α­νάπτυξης του φυτού αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα, το οποίο εμποδίζει την ολοκληρωμένη εκμηχάνιση αυτής της εργασίας.

Παρόλα αυτά διαφαίνεται ότι στο εγγύς μέλλον κά­τω από την έλλειψη των εργατικών χεριών θα φθά­σουμε να υιοθετήσουμε τις μηχανικές λύσεις οι οποίες άλλωστε σίγουρα θα έχουν κάνει και άλλα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Θα πρέπει επίσης να επισημάνου­με ότι το προϊόν που θα παράγεται θα είναι άμεσα κατα­ναλώσιμο με όλα εκείνα τα οργανοληπτικά χαρακτηριστι­κά που απαιτεί η κατανάλωση, συνεπώς μέλημα του πα­ραγωγού θα πρέπει να είναι και η σωστή διατήρηση και διακίνηση του προϊόντος, ξεφεύγοντας πλέον από τα πα­ραδοσιακά πλαίσια, όπου ο παραγωγός περιοριζόταν στην παραγωγή χωρίς να τον ενδιαφέρει η σωστή προώθηση του προϊόντος. Για να διατηρήσουμε την ποιότητα του προϊόντος θα πρέπει η συλλογή να γίνεται άμεσα και το προϊόν να είναι καθαρό, συλλεγόμενο με δίχτυα ή ε­λαιόπανα, να τοποθετείται σε πλεκτά τσουβάλια και να μεταφέρεται άμεσα προς ελαιοποίηση. Συνεπώς πέρα α­πό τις όποιες φροντίδες του προϊόντος κατά την παραγω­γική διαδικασία θα πρέπει παράλληλα να προστεθεί και μια σειρά από άλλους χειρισμούς οι οποίοι θα στοχεύουν στην αξιοποίηση των επεμβάσεων που ήδη έχουν πραγ­ματοποιηθεί, έως ότου το προϊόν φτάσει στη συλλογή.